fulmotondro
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ful.moˈton.dɾo/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | fulmotondro | fulmotondroj |
| αιτιατική | fulmotondron | fulmotondrojn |
fulmotondro (eo)