goalie
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| goalie | goalies |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]goalie (en)
- (αθλητισμός, προφορικό) ο/η τερματοφύλακας
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη goalkeeper
| ενικός | πληθυντικός |
| goalie | goalies |
goalie (en)