gossip

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
gossip gossips

gossip (en)

  1. ο κουτσομπόλης
  2. το κουτσομπολιό

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας gossip
γ΄ ενικό ενεστώτα gossips
αόριστος gossiped, gossipped
παθητική μετοχή gossiped, gossipped
ενεργητική μετοχή gossiping, gossipping

gossip (en)