κουτσομπολεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτσομπολεύω < κουτσο- (< κουτσός) + μπολεύω < (ελληνιστική κοινή ἐμπολεύω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κουτσομπολεύω

  1. συζητώ αργόσχολα ή σχολιάζω (κακόβουλα ή και καλόβουλα) πράξεις ή ενέργειες άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
  2. διαδίδω (ανυπόστατες και συνήθως κακόβουλες) φήμες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]