μπολιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπολιάζω < μπόλι + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική μπόλι < ελληνιστική κοινή ἐμβόλιον < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μπολιάζω (παθητική φωνή: μπολιάζομαι)

  1. (βοτανική) ενθέτω σε βλαστό φυτού μέρος άλλου φυτού (μπόλι), για να το ενισχύσω ή ν’ αλλάξω καλλιέργεια
    συνώνυμα: ενοφθαλμίζω, εγκεντρίζω
  2. (μεταφορικά) συνδυάζω ετερόκλητα στοιχεία, για να ενισχύσω ή βελτιώσω κάτι
  3. (σπάνιο) (λαϊκότροπο) εμβολιάζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]