Μετάβαση στο περιεχόμενο

hammer out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hammer out
γ΄ ενικό ενεστώτα hammers out
αόριστος hammered out
παθητική μετοχή hammered out
ενεργητική μετοχή hammering out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hammer out <  δείτε τις λέξεις hammer και out

hammer out (en)

  • σχεδιάζω, επεξεργάζομαι, συζητάω ένα σχέδιο, μια ιδέα κλπ. μέχρι να συμφωνήσουν όλοι ή να παρθεί μια απόφαση
    παράδειγμα  We must hammer out a policy that will bring us votes.
    Πρέπει να σχεδιάσουμε μια πολιτική που θα μας φέρει ψήφους.
    παράδειγμα  I am hammering out the details of a plan.
    Επεξεργάζομαι τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου.