hat

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hat hats

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hat (en) ουδέτερο

  1. καπέλο



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

hat 

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

hat (de)

  1. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος haben