hermine

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

hermine 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hermine hermines

hermine (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) η ερμίνα
  2. (κατ’ επέκταση) το δέρμα, η προβιά της ερμίνας
  3. (εραλδική) ένα από τα δύο δέρματα ενός οικοσήμου