Μετάβαση στο περιεχόμενο

hung up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hung up <  δείτε τις λέξεις hung και up

Έκφραση

[επεξεργασία]

hung up (en)

  • (Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value)., ανεπίσημο, κακόσημο) αναστατώνομαι, ανησυχώ πολύ για κάποιον ή κάτι και σκέφτομαι κάποιον ή κάτι πάρα πολύ
    παράδειγμα  Don’t get so hung up about it, it’s not the end of the world.
    Μην κάνετε έτσι, δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

hung up (en)