incidence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.si.dɑ̃s/

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
incidence < incident

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
incidence incidences

incidence (fr) θηλυκό

  1. η πρόσπτωση
  2. η επίπτωση

Συγγενικά

[επεξεργασία]