πρόσπτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόσπτωση προσπτώσεις
γενική πρόσπτωσης
& προσπτώσεως
προσπτώσεων
αιτιατική πρόσπτωση προσπτώσεις
κλητική πρόσπτωση προσπτώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσπτωση < προς + πτώση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόσπτωση θηλυκό

  1. η πτώση ή πρόσκρουση με κάτι ή σε κάτι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]