Μετάβαση στο περιεχόμενο

intervene

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας intervene
γ΄ ενικό ενεστώτα intervenes
αόριστος intervened
παθητική μετοχή intervened
ενεργητική μετοχή intervening

intervene (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]