intrude

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας intrude
γ΄ ενικό ενεστώτα intrudes
αόριστος intruded
παθητική μετοχή intruded
ενεργητική μετοχή intruding

Ρήμα[επεξεργασία]

intrude (en) (επίσημο)

  1. παρεμβαίνω
  2. εισχωρώ
  3. (αμετάβατο) επιβάλλω, ενοχλώ με την παρουσία μου
    You should not intrude on others.
    Δεν πρέπει να επιβάλλεις την παρουσία σου στους άλλους.
    I hope that I am not intruding.
    Ελπίζω να μη σας ενοχλώ με την παρουσία μου.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]