jambette

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
jambette jambettes

jambette (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ή (σκωπτικά) μικρή κνήμη
  2. μαχαιράκι με περιστρεφόμενη λεπίδα
  3. (τεχνολογία) μικρό ξύλινο στέλεχος που υποστηρίζει πλάγια δοκό της δομής μιας στέγης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: jambe