killer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| killer | killers |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- killer < kill
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]killer (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| killer | killers |
killer (en)