kosto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kosto < αγγλική cost, ολλανδική kost, γαλλική coût...

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kosto kostoj
αιτιατική koston kostojn

kosto (eo)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]