lap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lap (en)

  • η ποδιά (το πάνω μέρος των μηρών)
  • ο γύρος (σε έναν αγώνα δρόμου)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

lap (en)