Μετάβαση στο περιεχόμενο

lego

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Lego, LEGO, legó, legò, leĝo, -lego

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
lĕgō < πρωτοϊταλική *legō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leg- (συγκεντρώνω, μαζεύω). Συγγενή: αρχαία ελληνική λέγω (συλλέγω, μαζεύω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈle.ɡoː/
τυπογραφικός συλλαβισμός: le

lĕgō (la) (lego - legi - lectum - legere)

  1. συλλέγω, μαζεύω, συγκεντρώνω
    παράδειγμα  lego flores
    συλλέγω άνθη
    παράδειγμα  legο vela
    μαζεύω τα ιστία
  2. τυλίγω, κουβαριάζω
  3. επιλέγω, διαλέγω, εκλέγω
  4. μαζεύω κλέβοντας, κλέπτω
    παράδειγμα  lego sacra
    κλέβω τα ιερά, ιεροσυλώ, εξ ου το sacrilegus (ιερόσυλος) (> γαλλική sacrilège)
  5. διασχίζω, περνάω
  6. διαβάζω, αναγιγνώσκω
    παράδειγμα  lego orationes et carmina
    διαβάζω λόγους και άσματα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
lēgō < lēx +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈleː.ɡoː/
τυπογραφικός συλλαβισμός: 

lēgō (la)

  1. αποστέλλω ως πρεσβευτή
  2. στέλνω με μια αποστολή, εκχωρώ αρμοδιότητες, εξουσιοδοτώ
  3. διορίζω ως υπολοχαγό, ως lēgātus (απεσταλμένος, πρέσβυς)
  4. αφήνω μέσω διαθήκης, κληροδοτώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]