lego

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

lego < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *leg-. Συγγενές με το αρχαία ελληνική λέγω (=συλλέγω, μαζεύω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈle.ɡoː/

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

lego (la) (lego - legi - lectum - legere)

Logis σημαίνει νόμος

Κλίση[επεξεργασία]