libreria
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- libreria < libro
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| libreria | librerie |
libreria (it)
- ράφι
- βιβλιοθήκη
- κατάστημα που πουλά βιβλία
| ενικός | πληθυντικός |
| libreria | librerie |
libreria (it)