Μετάβαση στο περιεχόμενο

lingua franca

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lingua franca <  δείτε τη λέξη  lingua, franca, θηλυκό του franco

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lingua franca (it) θηλυκό (πληθυντικός: ιταλικά lingue franche ή λατινικά: linguae francae

  1. (κυριολεκτικά) φράγκικη γλώσσα
  2. γλώσσα που χρησιμοποιούνταν κατά τον 13ο και 14ο αιώνα για τις εμπορικές συνδιαλλαγές στα λιμάνια της Μεσογείου
  3. κοινή ή Κοινή: γλώσσα που χρησιμοποιείται σε μεγάλη γεωγραφική έκταση ως σύνδεσμος μεταξύ κοινοτήτων με διαφορετικές μητρικές γλώσσες
      Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικο να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον · οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των Σέρβων εν μέρει στον τομέα του εμπορίου και της παιδείας (Η Γλωσσική Εκπαίδευση Των Ελλήνων Μετανάστων Στην Ευρώπη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 1997, σελ. 19)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • χρησιμοποιείται ο ιταλικός όρος σε πολλές άλλες γλώσσες

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]