Μετάβαση στο περιεχόμενο

loi

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
loi < (κληρονομημένο) μέση γαλλική loy < παλαιά γαλλική loi, lei < λατινική lēgem, αιτιατική του lēx (νόμος)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lwa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: loi

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
loi lois

loi (fr) θηλυκό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. loi - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
  • loi - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online