Μετάβαση στο περιεχόμενο

magno

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
magno < λατινική magnus

Επίθετο

[επεξεργασία]

magno (màgno) ελληνική γραφή: μάνιο

  • mágno - σελίδα 184 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

magno (la)