make sense

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

make sense < → δείτε τις λέξεις make και sense

Έκφραση[επεξεργασία]

make sense (en) (ιδιωματισμός)

  1. έχω νόημα, είναι λογικό να κάνω
    His attitude doesn’t make sense./His attitude makes no sense.
    Η στάση του δεν έχει νόημα.
  2. έχω νόημα, είναι εύκολο να το καταλάβω ή να το εξηγήσω
    What he’s saying makes no sense at all.
    Αυτά που λέει δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.
  3. (make sense of) βγάζω νόημα από, καταλαβαίνω κάτι που είναι δύσκολο ή δεν έχει ξεκάθαρο νόημα
    Can you make sense of this poem?
    Βγάζεις νόημα από αυτό το ποίημα;
    I can’t make sense of his attitude.
    Δεν βγάζω νόημα από τη στάση του.

Πηγές[επεξεργασία]