manqué

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό manqué manqués
θηλυκό manquée manquées

manqué (fr)

  1. αποτυχημένος
    photo manquée - αποτυχημένη φωτογραφία
  2. χαμένος
    occasion manquée - χαμένη ευκαιρία
  3. άστοχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
manqué manqués

manqué (fr) αρσενικό

  1. είδος μπισκότου σκεπασμένου με πραλίνα