Μετάβαση στο περιεχόμενο

masturbate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας masturbate
γ΄ ενικό ενεστώτα masturbates
αόριστος masturbated
παθητική μετοχή masturbated
ενεργητική μετοχή masturbating

masturbate (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]