Μετάβαση στο περιεχόμενο

maxim

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
maxim maxims

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

maxim (en)