measure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

measure (en)

  1. η μέτρηση (η ενέργεια του μετράω)
  2. το μέτρο (μονάδα μέτρησης)
  3. τα μέτρα (τα διαστήματα ή το μέγεθος κάποιου πράγματος)
  4. οποιαδήποτε εργαλείο που χρησιμοποιείται για μέτρηση
  5. το μέτρο (η ενέργεια για την επίτευξη στόχου)
  6. (μουσική) το μέτρο (στο πεντάγραμμο, το διάστημα μεταξύ δύο διαστολών)
  7. (μαθηματικά) το μέτρο (συνάρτηση που αναθέτει σε κάθε σύνολο ενός χώρου έναν μη αρνητικό αριθμό και ικανοποιεί άλλες ιδιότητες ενός φυσικού μέτρου όπως το μήκος, ο όγκος κλπ.)

Open book 01.svg Ρήμα[]

measure (en)

  1. μετράω (διαπιστώνω το μήκος, το μέγεθος, την ποσότητα κάπου πράγματος)