mur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: mûr

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
mur murs

mur (fr) αρσενικό

  1. ο τοίχος, το ντουβάρι
  2. (ποδόσφαιρο) το τείχος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Καταλανικά (ca)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mur (ca)

  1. το τείχος



Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet murs mur
cas régime mur murs

mur αρσενικό

  1. ο τοίχος
  2. το τείχος



Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mur (pl)

  1. το τείχος
  2. (αθλητισμός) το τείχος
  3. πλινθόκτιστος ή λιθόκτιστος εξωτερικός τοίχος ή φράχτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]