numero

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

numero < numer + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική numero numeroj
αιτιατική numeron numerojn

numero (eo)

  1. το νούμερο, ο αριθμός
  2. (κατ' επέκταση) το τεύχος
    la tria numero de la informletero - το τρίτο τεύχος της επιστολής πληροφόρησης


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

numero (it)


Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

numero (fi)