onglet

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
onglet onglets

onglet (fr) αρσενικό

  1. η εγκοπή
  2. (για λογισμικό) η καρτέλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]