orange

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

orange (en)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

orange (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

orange 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
orange oranges

orange (fr) θηλυκό

  1. πορτοκάλι
    il a mangé une orange - έφαγε ένα πορτοκάλι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
orange orange

orange (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

le feu est passé à l'orange - το φανάρι πέρασε στο πορτοκαλί
orange foncé, orange clair - σκούρο πορτοκαλί, ανοιχτό πορτοκαλί



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

orange 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

orange (de)



Δανικά (da) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

orange (da)