orbital

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

orbital (en)

  1. τροχιακός, που βρίσκεται σε τροχιά

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό orbital orbitals
θηλυκό orbitale orbitales

orbital (fr)

  1. που βρίσκεται σε τροχιά