organismo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- organismo <
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | organismo | organismoj |
| αιτιατική | organismon | organismojn |
organismo (eo)
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- organismo < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]organismo (it)