outro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

outro (en)

  • (ο) επίλογος (μεγαλύτερος σε μέγεθος από την κατακλείδα, τα ελληνικά αντώνυμα είναι: η εισαγωγή, το πρελούδιο)

Παρεμφερείς όροι[επεξεργασία]

  • cadence: (η) κατακλείδα (μικρότερη σε μέγεθος, καταληκτική φράση λόγου ή μουσικής)

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

outro < λατινική alter

Αντωνυμία[επεξεργασία]

outro (pt)

  1. άλλος
  2. διάφορος


δείτε τη λέξη referir-se