Μετάβαση στο περιεχόμενο

payroll

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
payroll payrolls

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
payroll < pay + roll

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

payroll (en)

  • η μισθοδοσία, λίστα με τους εργαζομένους μιας εταιρείας που να δείχνει το χρηματικό ποσό που θα καταβληθεί σε καθέναν από αυτούς
    παράδειγμα  the payroll department - το τμήμα μισθοδοσίας
    παράδειγμα  We have 500 people on payroll.
    Έχουμε πεντακόσια άτομα στη μισθοδοσία.