Μετάβαση στο περιεχόμενο

pick apart

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας pick apart
γ΄ ενικό ενεστώτα picks apart
αόριστος picked apart
παθητική μετοχή picked apart
ενεργητική μετοχή picking apart

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pick apart <  δείτε τις λέξεις pick και apart

pick apart (en)

  1. κομματιάζω, χωρίζω σε κομμάτια, αποσπώ κομμάτι
  2. αναλύω, κριτικάρω (συνήθως αρνητικά)