pollute
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pollute |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pollutes |
| αόριστος | polluted |
| παθητική μετοχή | polluted |
| ενεργητική μετοχή | polluting |
Ρήμα
[επεξεργασία]pollute (en)
- ρυπαίνω, μολύνω
They demand the removal of industries which pollute the environment.
- Ζητούν την απομάκρυνση των βιομηχανιών που ρυπαίνουν το περιβάλλον.
- ≈ συνώνυμα: contaminate