ponder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ponder |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | ponders |
| αόριστος | pondered |
| παθητική μετοχή | pondered |
| ενεργητική μετοχή | pondering |
ponder (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, επίσημο)
- συλλογίζομαι, το σταθμίζω, το ζυγιάζω, το μελετώ, σκέφτομαι κάτι προσεκτικά για ένα χρονικό διάστημα
Let me ponder (on/over) it a little.
- Άσε με να το συλλογιστώ λίγο.
He sat and pondered the incident.
- Κάθισε και συλλογίστηκε το περιστατικό.
We pondered over many things.
- Ζυγιάσαμε/Μελετήσαμε πολλά πράγματα.
I pondered it carefully.
- Το στάθμισα προσεχτικά.