prime minister
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| prime minister | prime ministers |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]prime minister (en)
- (πολιτική) ο πρωθυπουργός
It’s common knowledge that the prime minister will introduce a new law in parliament.
- Είναι κοινή γνώση πως ο πρωθυπουργός θα φέρει νέο νόμο στο κοινοβούλιο.