rack
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rack | racks |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rack (en)
- (συχνά σε σύνθετα) η θήκη, η κρεμάστρα, η σχάρα, εξοπλισμός, συνήθως κατασκευασμένος από μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους, που χρησιμοποιείται για το συγκράτηση αντικειμένων ή για το κρέμασμα πραγμάτων
spice racks - θήκες μπαχαρικών
a cupboard dish rack - πιατοθήκη ντουλαπιού
a shoe rack - παπουτσοθήκη
a bathroom towel rack - πετσετοθήκη/πετσετοκρεμάστρα μπάνιου
a standing metal clothes rack - κρεμάστρα δαπέδου από μέταλλο για ρούχα
an aluminum car roof rack - σχάρα οροφής αυτοκινήτου αλουμινίου
a metal non-stick baking rack - μεταλλική σχάρα ψησίματος αντικολλητική