regulate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | regulate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | regulates |
| αόριστος | regulated |
| παθητική μετοχή | regulated |
| ενεργητική μετοχή | regulating |
Ρήμα
[επεξεργασία]regulate (en)
- ρυθμίζω
They will be regulated by a new law.
- (Αυτοί) θα ρυθμιστούν με νέο νόμο.
It is approved and regulated by the Cyprus Securities and Exchange Commission.
- Είναι εγκεκριμένη και ρυθμιζόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
The government introduced measures to regulate the financial sector.
- Η κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.