Μετάβαση στο περιεχόμενο

regulate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας regulate
γ΄ ενικό ενεστώτα regulates
αόριστος regulated
παθητική μετοχή regulated
ενεργητική μετοχή regulating

regulate (en)

  • ρυθμίζω
    παράδειγμα  They will be regulated by a new law.
    (Αυτοί) θα ρυθμιστούν με νέο νόμο.
    παράδειγμα  It is approved and regulated by the Cyprus Securities and Exchange Commission.
    Είναι εγκεκριμένη και ρυθμιζόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
    παράδειγμα  The government introduced measures to regulate the financial sector.
    Η κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Συγγενικά

[επεξεργασία]