Μετάβαση στο περιεχόμενο

revolt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
revolt revolts

revolt (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

ενεστώτας revolt
γ΄ ενικό ενεστώτα revolts
αόριστος revolted
παθητική μετοχή revolted
ενεργητική μετοχή revolting

revolt (en)

  1. (αμετάβατο) επαναστατώ, εξεγείρομαι
    παράδειγμα  In 1821 the Greeks revolted and gained their independence.
    Το 1821 οι Έλληνες επαναστάτησαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.
    παράδειγμα  The students revolted against the dictatorship.
    Οι φοιτητές εξεγέρθηκαν κατά της δικτατορίας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη rebel
  2. (μεταβατικό) αηδιάζω, προκαλώ σε κάποιον αηδία ή φρίκη
    παράδειγμα  All the violence in the movie revolted me.
    Όλη η βία στην ταινία με αηδίασε.
    παράδειγμα  The way he ate his food revolted me.
    Ο τρόπος που έτρωγε το φαγητό του με αηδίασε.
    παράδειγμα  She was revolted by the smell of stale beer and vomit in the room.
    Την αηδίασε η μυρωδιά από μπαγιάτικη μπύρα και εμετό μέσα στο δωμάτιο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη disgust