revolt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| revolt | revolts |
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | revolt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | revolts |
| αόριστος | revolted |
| παθητική μετοχή | revolted |
| ενεργητική μετοχή | revolting |
revolt (en)
- (αμετάβατο) επαναστατώ, εξεγείρομαι
- (μεταβατικό) αηδιάζω, προκαλώ σε κάποιον αηδία ή φρίκη
All the violence in the movie revolted me.
- Όλη η βία στην ταινία με αηδίασε.
The way he ate his food revolted me.
- Ο τρόπος που έτρωγε το φαγητό του με αηδίασε.
She was revolted by the smell of stale beer and vomit in the room.
- Την αηδίασε η μυρωδιά από μπαγιάτικη μπύρα και εμετό μέσα στο δωμάτιο.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη disgust