rouleau

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

rouleau 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rouleau rouleaux

rouleau (fr) αρσενικό

  1. ρουλό, ρολό
  2. σπείρα, κουλούρα
    un rouleau de fil de fer - μια κουλούρα σύρμα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]