οδοστρωτήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οδοστρωτήρας οι οδοστρωτήρες
      γενική του οδοστρωτήρα των οδοστρωτήρων
    αιτιατική τον οδοστρωτήρα τους οδοστρωτήρες
     κλητική οδοστρωτήρα οδοστρωτήρες
όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδοστρωτήρας < οδός + στρώνω + -τήρας
Bauma 2007 Road Roller Hamm 1.jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδοστρωτήρας αρσενικό (πληθυντικός οδοστρωτήρες)

  1. βαρύ όχημα που φέρει έναν ή περισσότερους σιδερένιους κυλίνδρους και χρησιμοποιείται στην οδοποιία για την ασφαλτόστρωση δρόμων
  2. (μεταφορικά)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]