steamroller
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| steamroller | steamrollers |
steamroller (en)
- ο οδοστρωτήρας (κυρίως ο ατμοκίνητος, αλλά ανεπίσημα οποιουδήποτε τύπου)
- (μεταφορικά) ο οδοστρωτήρας
- πίπα για το κάπνισμα της κάνναβης
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | steamroller |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | steamrollers |
| αόριστος | steamrollered |
| παθητική μετοχή | steamrollered |
| ενεργητική μετοχή | steamrollering |
steamroller (en)
- στρώνω ένα δρόμο με οδοστρωτήρα
- (μεταφορικά) ενεργώ σαν οδοστρωτήρας