steamroll
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | steamroll |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | steamrolls |
| αόριστος | steamrolled |
| παθητική μετοχή | steamrolled |
| ενεργητική μετοχή | steamrolling |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]steamroll (en)
- στρώνω ένα δρόμο με οδοστρωτήρα
- (μεταφορικά) συντρίβω
They steamrolled all political opposition.
- Συνέτριψαν κάθε πολιτικό αντίπαλο.