Μετάβαση στο περιεχόμενο

royal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɹɔɪ.əl/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /ˈɹɔɪ(.ə)l/ (αμερικανικό)

Επίθετο

[επεξεργασία]

royal (en)

  • βασιλικός
    παράδειγμα  The Royal Philharmonic Orchestra - Η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • royal - Oxford Learner's Dictionaries
  • royal - Cambridge Dictionary online
  • royal - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό royal royaux
θηλυκό royale royales

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁwa.jal/

Επίθετο

[επεξεργασία]

royal (fr)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]