βασιλικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βασιλικός βασιλική βασιλικό
γενική βασιλικού βασιλικής βασιλικού
αιτιατική βασιλικό βασιλική βασιλικό
κλητική βασιλικέ βασιλική βασιλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασιλικοί βασιλικές βασιλικά
γενική βασιλικών βασιλικών βασιλικών
αιτιατική βασιλικούς βασιλικές βασιλικά
κλητική βασιλικοί βασιλικές βασιλικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλικός < αρχαία ελληνική βασιλικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βασιλικός αρσενικό -ή -ό

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά
    Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασιλικός
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βασιλικός βασιλικοί
γενική βασιλικού βασιλικών
αιτιατική βασιλικό βασιλικούς
κλητική βασιλικέ βασιλικοί

βασιλικός

  1. (βοτανική) αρωματικό φυτό (Ocimum basilicum) που χρησιμοποιείται στη μαγειρική
  2. ο υποστηρικτής της μοναρχίας, ο βασιλόφρων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]