βασιλική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

κάτοψη της βασιλικής του Μαξεντίου στη Ρώμη
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βασιλική οι βασιλικές
      γενική της βασιλικής των βασιλικών
    αιτιατική τη βασιλική τις βασιλικές
     κλητική βασιλική βασιλικές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλική < ελληνιστική κοινή βασιλική, θηλυκό τού αρχαία ελληνική βασιλικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασιλική θηλυκό

  • (αρχιτεκτονική) (θρησκεία) τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με δύο (ή σπάνια τέσσερις) σειρές κιόνων, που διατρέχουν τον επιμήκη άξονα, σε τρία (ή πέντε) κλίτη· στη δυτική είσοδό της υπάρχει ξεχωριστός χώρος για τους κατηχούμενους, ο νάρθηκας, ενώ στο ανατολικό άκρο της υπάρχει η αψίδα του ιερού· μετά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες προστέθηκε και τρούλος στη στέγη
    τρίκλιτη βασιλική, πεντάκλιτη βασιλική, ξυλόστεγη βασιλική, βασιλική μετά τρούλου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

βασιλική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]