royalty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφοράˈɹɔɪəlti

Ουσιαστικό royalty ‎(πληθυντικός royalties)

  1. η τάξη ή η εξουσία ενός μονάρχη.
  2. Οι βασιλείς ή οι μονάρχες μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους.
  3. Δικαίωμα ή προνόμιο, όπως η εκμετάλλευση μιάς φυσικής πηγής πλούτου, η παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς και η αμοιβή ενός τέτοιου δικαιώματος.
  4. Η αμοιβή ενός ιδιοκτήτη έγγειας περιουσίας, για το δικαίωμα της εκμετάλλευσης των ορυκτών της ιδιοκτησίας του.
  5. (κατ’ επέκταση) η αμοιβή των πνευματικών δικαιωμάτων ενός συγγραφέα, συνθέτη, εφευρέτη κλπ.